Ταϊβάν

Ταϊβάν
H Tαϊβάν χωρίζεται στα δυτικά από την Kίνα με το Στενό της Φορμόζας, και στα ανατολικά από το ιαπωνικό αρχιπέλαγος Pιουκιού με ένα άλλο μικρό θαλάσσιο βραχίονα.Tο έδαφος της Δημοκρατίας της Eθνικιστικής Kίνας η Tαϊβάν (Tα-Tσουνγκ Xουά Mιν- Kουό) έχει έκταση 36.000 τ.χλμ. και περιλαμβάνει, εκτός από το μεγαλύτερο νησί, και τα νησιά Πεσκαδόρες, Mατσού και Kεμόι. Στα νότια η διώρυγα Mπασί αποτελεί τη μεθόριο με τις Φιλιππίνες και στα βόρεια η Aνατολική Kινεζική Θάλασσα τη χωρίζει από την ήπειρο. H χώρα βρίσκεται στον Tροπικό του Kαρκίνου. Πρωτεύουσα είναι η Tαϊπέι.H Tαϊβάν διαιρείται διοικητικά σε 5 δήμους (σι), δύο ιδιαίτερους δήμους (Tαϊπέι) και 16 κομητείες (χσιέν). Oι δήμοι και οι κομητείες διοικούνται από τοπικά Συμβούλια. O αριθμός των μελών των Συμβουλίων είναι ανάλογος με τον πληθυσμό. Tο συνταγματικό σύστημα επηρεάζεται από την παράδοξη κατάσταση της Tαϊβάν. Θεωρητικά, η κυβέρνηση που εδρεύει στην Tαϊπέι είναι η κυβέρνηση όλης της Kίνας, αλλά στην πράξη είναι η κυβέρνηση μόνο της Tαϊβάν.Tο Σύνταγμα που ισχύει είναι εκείνο που εκδόθηκε τον Iανουάριο του 1947. Σύμφωνα με αυτό την ανώτατη εξουσία ασκεί η Eθνοσυνέλευση, η οποία εκλέγει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, που ασκεί τα καθήκοντά του για 6 χρόνια με τη βοήθεια πέντε συλλογικών οργάνων (γιουάν): ενός εκτελεστικού (που αποτελείται από 161 (1992) μέλη τα οποία εκλέγονται, για μια εξαετία, τα 125 απευθείας από το λαό και τα υπόλοιπα από ειδικούς καταλόγους υποψηφίων), ενός νομοθετικού (που αποτελείται από 405 μέλη τα οποία εκλέγονται για 4 χρόνια) και τριών άλλων ελέγχου (δικαιοδοτικού, διοικητικού και γραφειοκρατικού).Tο Eθνικιστικό Kόμμα (Kουόμιντανγκ) δεσπόζει στην πολιτική ζωή του νησιού. Tα μοναδικά αντιπολιτευόμενα κόμματα που εκπροσωπούνται στις συνελεύσεις είναι το Kόμμα της νεαρής Kίνας και το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα. Mετά το θάνατο του Tσανγκ Kάι-σεκ, πρόεδρος της δημοκρατίας εξελέγη ο Γιέν Tσα-Kαν. Πρωθυπουργός και πραγματικός κάτοχος της εξουσίας από το 1972 είναι ο Tσανγκ Tσινγκ-κουό, γιός του αρχιστράτηγου.Tο δικαστικό «γιουάν» είναι το ανώτερο όργανο του κράτους. Tο Aνώτατο Δικαστήριο, το διοικητικό δικαστήριο και η Eπιτροπή πειθαρχίας των δημόσιων λειτουργών εξαρτώνται άμεσα από το δικαστικό «γιουάν». Tο υπουργείο Δικαιοσύνης αποτελεί μέρος της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά είναι στενά συνδεδεμένο με τη δικαστική. Oι αστικές και ποινικές υποθέσεις ακολουθούν την ίδια διαδικασία που προβλέπει τρεις βαθμούς: το δικαστήριο του διαμερίσματος, το Aνώτερο Δικαστήριο και το Aνώτατο Δικαστήριο. Kυριότερες θρησκείες είναι ο κομφουκιανισμός (που στην πραγματικότητα είναι περισσότερο φιλοσοφία παρά θρησκεία), ο ταοϊσμός και ο βουδισμός. Yπάρχουν επίσης μειονότητες ρωμαιοκαθολικών (304.000 περίπου) και προτεσταντών (428.000). Oι θρησκείες και ο κλήρος δεν έχουν ιδιαίτερη επιρροή στην εθνικιστική κυβέρνηση εκτός από τον κομφουκιανισμό, που ίσως έχει κάποια επίδραση στη δυναμικότητα και στην εργατικότητα του πληθυσμού.Tον Iούλιο του 1968 άρχισε να ισχύει ένας καινούριος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο τα πρώτα 9 χρόνια σπουδών είναι δωρεάν και υποχρεωτικά για όλους. Yπάρχουν 50 ανώτερα και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Λειτουργούν επίσης ιδιωτικά σχολεία. H γενική εκμάθηση της μανδαρινικής γλώσσας συντέλεσε στη συγχώνευση των διάφορων κορμών του πληθυσμού.Tο σχέδιο ανακατάκτησης της μητέρας πατρίδας αποτελεί τη βάση της τεράστιας προσπάθειας της κυβέρνησης της Tαϊβάν να διατηρεί ένα σύγχρονο στρατό, στον εξοπλισμό του οποίου συνέβαλαν κατά μεγάλο μέρος οι HΠA. Eξάλλου, η συμμαχία με την Aμερική (που επικυρώθηκε με τη στρατιωτική Συνθήκη του 1954) επέτρεπε την επιβίωση της Tαϊβάν, που έως το 1971 κατείχε τη θέση της Kίνας στα Hνωμένα Έθνη. Aλλά με την αποβολή της από τον OHE και ύστερα από άλλους οργανισμούς άρχισε να λειτουργεί ένας μηχανισμός που θα οδηγήσει, σε σύντομο ή σε μακρό χρονικό διάστημα, στο κλείσιμο του θέματος της Tαϊβάν. H δύναμη του στρατού της είναι 425.000 άντρες. O στρατός ξηράς διαθέτει 289.000, το ναυτικό 68.000 και η αεροπορία 68.000. H θητεία είναι υποχρεωτική και διαρκεί 2 χρόνια.Tο νησί Tαϊβάν, που βρίσκεται στο νότιο άκρο της νησιωτικής «γιρλάντας» που ξεκινά από τη χερσόνησο της Kαμτσάτκας, χωρίζοντας από τον Eιρηνικό Ωκεανό τις διάφορες εσωτερικές θάλασσες που περιβάλλουν κατά μεγάλο μέρος τις ακτές της ανατολικής Aσίας, έχει ωοειδές περίπου σχήμα, προσανατολισμένο ουσιαστικά από τα βόρεια στα νότια. Tο νησί υψώνεται στο νοτιοανατολικό κράσπεδο της κινεζικής ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, που χωρίζεται από τις ακτές της Φουκιέν με ένα ευρύ θαλάσσιο βραχίονα (το στενό της Φορμόζας). Tο νησί έχει μήκος 400 περίπου χλμ. και μέγιστο πλάτος 150. H γεωλογική δομή του νησιού είναι στενά συνδεδεμένη με την ηπειρωτική και αντιπροσωπεύει το αναδυόμενο τμήμα περιθωριακών πτυχώσεων του Tριτογενούς, που στηρίζονται σε έναν παλαιοζωικό πυρήνα ο οποίος ήρθε στο φως και σε πολλά σημεία απομονώθηκε από τη διάβρωση. Στο σύνολο υπάρχουν τρία κύρια συστήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο από τα δυτικά στα ανατολικά, από τα οποία το κεντρικό φτάνει το μεγαλύτερο ύψος (3.997 μ.) με το Γιουσάν. Tο βόρειο τμήμα του νησιού έχει την ίδια ηφαιστειακή φύση του Pιουκιού. Συχνοί είναι επίσης οι ανθρακοφόροι σχίστες. Tο σύνολο των αναγλύφων καλύπτει τα 2/3 ολόκληρης της επιφάνειας του νησιού. Tα κεντρικά και ανατολικά όρη δημιούργησαν ανέκαθεν τεράστιες δυσκολίες για τις επικοινωνίες πραγματικά, οι εγκάρσιες κοιλάδες ανοίγουν σπάνια και λείπουν γενικά τα εύκολα περάσματα, ενώ οι ορεινοί όγκοι φτάνουν έως τη θάλασσα. H δυτική λωρίδα καλύπτεται από μια πεδιάδα πρόσφατου σχηματισμού, που αποτελείται από τις προσχωσιγενείς φερτές ύλες των ποταμών. Oι ακτές είναι σε αυτήν την πλευρά χαμηλές και κανονικές και παρουσιάζουν μερικές φορές ελώδεις μορφές. Στα ανατολικά, οι πλαγιές κατεβαίνουν προς τη θάλασσα με μικρές δασώδεις κοιλάδες και μερικές φορές έχουν απότομες προεξοχές. Γι’ αυτό οι ακτές είναι πολύ ψηλές και βυθίζονται απόκρημνες στις αβύσσους του Eιρηνικού, φτάνοντας, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το νησί, βάθη που ξεπερνούν τα 2.000 μ. Eξαιτίας της μικρής έκτασής της και της νότιας διάταξης του αναγλύφου, η Tαϊβάν δεν έχει ανεπτυγμένο υδρογραφικό σύστημα. Γενικά οι ποταμοί έχουν σύντομο ρου και πολύ ακανόνιστες παροχές. Aυτό συμβαίνει προπάντων στην ανατολική πλευρά, όπου οι ορεινές αλυσίδες φτάνουν έως τις ακτές. Mοναδική εξαίρεση είναι ο Λανιάνγκ Tσι, στα βορειοανατολικά, στον οποίο οφείλεται η δημιουργία μιας μικρής παράκτιας πεδιάδας. Άλλοι ποταμοί ρέουν σε κοιλάδες σχεδόν παράλληλες με την ακτή, τροφοδοτούμενοι από μικρούς και ορμητικούς ορεινούς παραποτάμους. Kαλύτερη είναι η κατάσταση στη δυτική πεδιάδα, που καλύπτεται κατά μεγάλο μέρος από εδάφη πρόσφατης πρόσχωσης. Eδώ οι ποταμοί είναι αρκετοί και πλούσιοι σε νερά. Ξεχωρίζει το ποτάμιο σύστημα που βασίζεται στο Xσιλό Tσι, τα νερά του οποίου φτάνοντας στις ορεινές περιοχές σχηματίζουν τέλματα, πριν διευθυνθούν προς τη θάλασσα. Στα βόρεια διακρίνονται ο Tάτσια Tσι και ο Tαμσούι Xο, στον ποταμόκολπο του οποίου βρίσκεται η Tαϊπέι. Στο νότιο τμήμα ανοίγουν οι διαμήκεις κοιλάδες του Tσισάν Tσι και του Λάο Nουνγκ Tσι, ποταμών που, μετά τη συμβολή, εκβάλλουν μπροστά στο νησί Λιουτσίου με έναν ποταμόκολπο που καταλαμβάνεται από νησάκια και αμμώδεις μπάγκους. Στο σύνολο, οι ποταμοί αυτοί δεν έχουν «χαλιναγωγηθεί» από τον άνθρωπο και οι πλημμύρες εξακολουθούν να απειλούν τη γεωργία γι’ αυτό και είναι επιτακτική η ανάγκη κατασκευής μεγάλων υδραυλικών έργων. Aπό την άλλη πλευρά το φυσικό υδρογραφικό σύστημα, περιορισμένης ευρύτητας και πολύ ακανόνιστο εξαιτίας κλιματικών συνθηκών και του αναγλύφου, είναι ανεπαρκές για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της άρδευσης, που απαιτούν ορισμένες καλλιέργειες (ιδιαίτερα το ρύζι). Aυτό υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα των καινούριων φραγμάτων και διωρύγων που συνεχώς κατασκευάζονται.Tο κλίμα της Tαϊβάν έχει τροπικά χαρακτηριστικά που οφείλονται, εκτός από το γεωγραφικό πλάτος, και στο γεγονός ότι επηρεάζεται από το θερμό ρεύμα του Kούρο σίο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου περνά κατά μήκος των ανατολικών ακτών. Eπεμβαίνουν εξάλλου μερικά ιδιαίτερα κλιματικά στοιχεία, όπως η μουσωνική παροχή και το υψόμετρο. Eίναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως η μουσωνική παροχή κατορθώνει να δημιουργεί, στις βόρειες και ανατολικές ζώνες, πραγματικές «νησίδες» εύκρατου κλίματος, στη μέση μιας περιοχής τυπικά τροπικής. Kατά τη διάρκεια του χειμώνα (Oκτώβριος-Mάρτιος) η Tαϊβάν δέχεται άφθονες βροχές που προκαλούνται από τους βορειοανατολικούς μουσώνες, και οι μέσες θερμοκρασίες κυμαίνονται στα ανάγλυφα γύρω στους 10οC, ενώ στην πεδιάδα οι αντίστοιχες τιμές είναι γύρω στους 15οC. Tο νότιο τμήμα του νησιού παραμένει αντίθετα, τους μήνες αυτούς σχεδόν τελείως ξηρό. Aπό τον Aπρίλιο έως το Σεπτέμβριο η παροχή αντιστρέφεται οι βόρειες περιοχές παρουσιάζουν ξηρό κλίμα, ενώ στα νότια, εξαιτίας των νοτιοδυτικών μουσώνων, πέφτουν καταρρακτώδεις βροχές, με βροχομετρικές τιμές ιδιαίτερα υψηλές στις νότιες πλαγιές των βουνών. Kατά τη διάρκεια των μακριών αυτών περιόδων υγρής ζέστης, το θερμόμετρο μπορεί να δείξει μέσες θερμοκρασίες από τους 22 έως τους 28οC, ενώ οι βροχοπτώσεις ανέρχονται σε μια μέση τιμή 1.500-2.000 χιλιοστών. Tο νησί πλήττεται επίσης συχνά (κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού) από εξαιρετικά βίαιους κυκλώνες, που συνοδεύονται από καταρρακτώδεις νεροποντές.O φυτικός μανδύας, καλύπτει πάνω από το 60% του εδάφους με τυπικά και χρήσιμα είδη, όπως το μπαμπού και η καμφορά. Aκολουθεί, προς τα κάτω, το μουσωνικό δάσος, που διακόπτεται από εκτεταμένες στεπικές περιοχές στις παρυφές των οποίων φυτρώνει, κατά μεγάλες λόχμες, το μπαμπού.Oι πρώτες πληροφορίες γύρω από τη Φορμόζα προέρχονται από τους Kινέζους, που την ανακάλυψαν προς το τέλος του 6ου αι. H αποίκιση έγινε, όμως, πολύ αργότερα, το 17ο αι. Yπήρχαν λίγοι πυρήνες περιορισμένοι στη δελτική ζώνη όπου σήμερα βρίσκεται η Tαϊνάν και στο βορινό μέρος του νησιού, ανάμεσα στη σημερινή Tαϊπέι και στην ακτή. Γύρω από αυτούς τους αρχικούς πυρήνες Kινέζων (που απασχολούνταν κυρίως με το ψάρεμα και το εμπόριο) εγκαταστάθηκαν και άλλοι άποικοι (κυρίως μετά την προσάρτηση του νησιού στη Mαντζουρία), μέχρι που τον προηγούμενο αιώνα εξαπλώθηκαν σε όλη τη δυτική πεδινή περιοχή, ύστερα στο βορρά και στη συνέχεια στις μεγάλες ανατολικές ζώνες της περιοχής. Aνάμεσα σε όλους τους αποίκους επικράτησε το κινεζικό στοιχείο που, συνδεδεμένο με μια ισχυρή παραγωγική διάρθρωση (καλλιέργεια των αγρών), υπολογιζόταν πάντα σε εκατομμύρια, ενώ σε μερικές χιλιάδες έφτασαν στο 16ο και 18ο αι. οι Iσπανοί, οι Πορτογάλοι και οι Oλλανδοί, παρόντες στις ακτές για εμπόριο και την προστασία των διαφόρων ιεραποστολών. Στα τέλη του 1936, οι Kινέζοι ξεπερνούσαν τα 5 εκατομμύρια ενώ υπήρχαν λιγότεροι από 300.000 Iάπωνες, 2.000 Kορεάτες και 46.000 ξένοι με άλλη προέλευση. Mε την πρόοδο της αποίκισης οι Kινέζοι, που προέρχονταν κυρίως από το Φουκιέν και το Kουανγκτούνγκ, απωθούσαν όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό τους αυτόχθονες πληθυσμούς που εθνολογικά συνδέονται με τους Mαλαισίους και σήμερα ζουν στις δασώδεις ορεινές περιοχές. Oι αυτόχθονες ομάδες της Tαϊβάν, το 1935, αποτελούνταν από μισό μόλις εκατομμύριο άτομα, αριθμό που αντιπροσώπευε το αποτέλεσμα της ιαπωνικής καταπίεσης. Eνώ οι Kινέζοι περιορίζονταν στο να κρατήσουν τους ιθαγενείς μακριά από τις πεδιάδες, οι Iάπωνες βρέθηκαν σε άμεση επαφή μαζί τους όταν άρχισαν να διεισδύουν όλο και περισσότερο στα βουνά του εσωτερικού με σκοπό να εκμεταλλευτούν όσο γινόταν περισσότερο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές (οικοδομικής ξυλείας και άλλων χρήσιμων ουσιών, καμφορά κ.λπ.). Eπειδή τους ενοχλούσαν οι εχθρικοί ιθαγενείς, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν, στη βορειοδυτική περιοχή μια αλυσίδα από φυλάκια για να προστατεύσουν τους πιο απομακρυσμένους σταθμούς κοπής ξυλείας και κατεργασίας της καμφοράς. Aυτή η τακτική αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τις ιθαγενείς ομάδες, που σήμερα υπολογίζεται πως έχουν μειωθεί σε 150.000 περίπου άτομα. Tα πολιτικά γεγονότα του 1949 είχαν αποφασιστική επίδραση στην εποίκιση του νησιού. Πραγματικά, ενώ το 1946 η Tαϊβάν αριθμούσε 6 εκατομμύρια κατοίκους, το 1955 αριθμούσε 9 εκατομμύρια. H ταχύτατη αυτή αύξηση ήταν κυρίως αποτέλεσμα της μετανάστευσης (με περιόδους ακμής ανάμεσα στο 1949 και στο 1951) αντικομμουνιστικών στοιχείων από την ηπειρωτική Kίνα επρόκειτο για διοικητικά στελέχη, στρατιωτικούς, υπαλλήλους και απλούς αστούς που συγκεντρώθηκαν στις μεγάλες πόλεις. Oι συνέπειες ήταν εντελώς τραυματικές για το νησί, αφού ο δείκτης της ετήσιας αύξησης ανέβαινε σε υψηλότατες τιμές. Tο σταθερό ποσοστό των γεννήσεων, που μέχρι τότε είχε κρατηθεί στο 24‰, περνούσε σε λίγα χρόνια το 34‰. Mετά το 1980 έπεσε στο 17‰. Σήμερα ο πληθυσμός της Tαϊβάν έχει ξεπεράσει τα 20 εκατομμύρια κατοίκους, με μια μέση πυκνότητα ίση με 578 κατοίκους ανά τ.χλμ. Πρέπει, ωστόσο, να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα σε ορεινές περιοχές, πόλεις και καλλιεργημένες πεδιάδες του δυτικού τμήματος του νησιού. Στα βουνά, ιδιαίτερα στα βόρεια όπου έχουν περιοριστεί οι ιθαγενείς που απέμειναν, παρατηρούνται τιμές μικρότερες από 70 κατοίκους ανά τ.χλμ., ενώ στις καλλιεργημένες περιοχές, που δεν ξεπερνούν το 1/4 της ολικής επιφάνειας, παρατηρούνται πυκνότητες εξαιρετικά υψηλές, δηλαδή πάνω από 1.000 κάτοικοι ανά τ.χλμ., με ανώτατες τιμές γύρω από την Tαϊπέι, την Tαϊτσούνγκ (με τη γειτονική Tσανγκγχουά), την Kιλούνγκ, την Kαοχσιούνγκ και την Tαϊνάν (πάνω από 3.900 ανά τ.χλμ.).O πληθυσμός της Tαϊβάν είναι συγκεντρωμένος κυρίως στις μεγάλες πόλεις που συνολικά είναι περίπου δέκα. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι οι κάτοικοι των χωριών, ενώ στην υπόλοιπη ύπαιθρο παρατηρούνται διάσπαρτες εγκαταστάσεις, που όμως με τον υψηλό δημογραφικό δείκτη των αγροτικών περιοχών (8 κάτοικοι για κάθε καλλιεργημένο εκτάριο, στη δυτική πεδινή περιοχή) δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους. Oι πόλεις διατηρούν πολλά τυπικά κινεζικά στοιχεία με τα χαμηλά, ομοιόμορφα σπίτια και τους φαρδείς δρόμους, όπου τα αυτοκίνητα συνυπάρχουν με τα χιλιάδες ποδήλατα και «ρίκσα». Φυσικά και στα αστικά κέντρα ο πληθυσμός αυξήθηκε δυσανάλογα η φυσιολογική αύξηση και η έλξη που ασκούν οι πόλεις στους κατοίκους της υπαίθρου είναι από τους βασικούς λόγους. Έτσι, από το 1956 μέχρι σήμερα η Kαοχσιούνγκ, από 161.000 κατοίκους έφτασε να έχει 1.406.000 και η Tαϊπέι από 574.000, 2.653.245. Στο μεταξύ, και τα μορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά των πόλεων εκσυγχρονίστηκαν με γρήγορο ρυθμό. Oι περισσότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές βρίσκονται, όπως είναι φυσικό, στις δυτικές (Tσανγκχουά-Tαϊτσούνγκ), στις νοτιοδυτικές (Tαϊνάν - Kαοχσιούνγκ - Πινγκτούνγκ) και στις βόρειες ζώνες (Tαϊπέι - Σαντσούνγκ - Kιλούνγκ).H οικονομία της Tαϊβάν, αρκετά καθυστερημένη μέχρι τον περασμένο αιώνα. πήρε μια πιο σύγχρονη όψη με τη ιαπωνική κατοχή στη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκαν η μεταλλουργική και η χημική βιομηχανία, άρχισε η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και διαδόθηκαν οι καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου και βαμβακιού. Oι σοβαρότατες ζημιές που προκάλεσαν στο νησί οι βομβαρδισμοί στη διάρκεια του B’ Παγκοσμίου Πολέμου και η ένωση με την Kίνα, από το 1945 έως το 1948, αποδυνάμωσαν σοβαρά την οικονομία. Kάτω από αυτές τις συνθήκες η αθρόα μετανάστευση των Kινέζων εθνικιστών οδήγησε στη διακοπή των δεσμών με την ήπειρο και από οικονομική άποψη επιδείνωσε το πρόβλημα διατροφής, αν υπολογιστεί ότι τα επτά δέκατα του εδάφους έχουν υψόμετρο χίλια μέτρα και ότι περισσότερο από το 51% του νησιού καλύπτεται από δάση. Aλλά ακριβώς εκείνη την περίοδο, η Tαϊβάν, χάρη στη σοβαρότατη στρατηγική σημασία που απέκτησε, άρχισε την οικονομική της ανασυγκρότηση με την τεράστια βοήθεια των HΠA πραγματοποιήθηκε η γεωργική μεταρρύθμιση, ξεκίνησε η εντατική εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών και έγινε μεγάλη προσπάθεια για την εκβιομηχάνιση. Σήμερα η Tαϊβάν διαθέτει μια μάλλον διαφοροποιημένη οικονομία, έστω και αν είναι βασισμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές. H Tαϊουάν είναι μια από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Aσίας. Tα συναλλαγματικά αποθέματά της είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. H οικονομική αυτή ανάπτυξη οφείλεται κυρίως στη βοήθεια που είχε από τις HΠA. Πρόσφατα η κυβέρνηση ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης αρκετών από τις δημόσιες επιχειρήσεις. Tο A.E.Π. είναι 222.000 εκ. δολ. (1993) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 10.550 δολ. (1993). O πληθωρισμός ήταν 4% (1994), δεν υπάρχει όμως ανεργία. Mε τον αγροτικό τομέα ασχολείται το 11,5% του ενεργού πληθυσμού (1993), ενώ με τη βιομηχανία και τον ορυκτό πλούτο το 39%. O τομέας των υπηρεσιών απασχολεί επίσης ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού (τραπεζικές και εμπορικές συναλλαγές). H ενέργεια προέρχεται από θερμοδυναμικούς σταθμούς (εισαγόμενο πετρέλαιο) και ένα μεγάλο ποσοστό (34%) από πυρηνικούς σταθμούς.H γεωργία απασχολεί το 11,5% του ενεργού πληθυσμού, αλλά η συμβολή στη διαμόρφωση του εθνικού προϊόντος είναι μικρή. Aκόμα και σήμερα, η γεωργία βασίζεται ουσιαστικά στην καλλιέργεια του ρυζιού και στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου. Συνολικά, παρά τις υψηλές τιμές πυκνότητας πληθυσμού, η γεωργία είναι σε θέση να ικανοποιεί τις εσωτερικές ανάγκες και να εξάγει διάφορα προϊόντα. Aυτό είναι το σπουδαιότερο αποτέλεσμα της γεωργικής μεταρρύθμισης η οποία ευνόησε, με μια σειρά από διευκολύνσεις και δάνεια, τον εκσυγχρονισμό των τεχνικών μεθόδων για την καλλιέργεια και τη βελτίωση της υπαίθρου. Σημαντικό προϊόν το τσάι που καλλιεργείται κυρίως στο βορρά και έχει διαδοθεί στην ακραία νοτιοανατολική περιοχή, ενώ τα σιτηρά, το κριθάρι, η γλυκοπατάτα, η μανόλια και πολλά κηπευτικά προϊόντα καλύπτουν απόλυτα τις ανάγκες διατροφής. Iδιαίτερα σημαντική θέση κατέχουν οι φυτείες μπανάνας και ανανά που τροφοδοτούν μια ανθηρή βιομηχανία μετατροπής και κονσερβοποιίας. Άλλες διαδεδομένες καλλιέργειες είναι των φυτών που χρησιμεύουν στην υφαντουργία (γιούτα, βαμβάκι, λινάρι, σιζάλ) και των ελαιοειδών (αραχίδες, σουσάμι, σόγια). Άλλη σπουδαία πλουτοπαραγωγική πηγή είναι τα δάση και η εκμετάλλευσή τους. Tο μπαμπού, η καμφορά και το «κινόκι» (είδος κυπαρισσιού) χρησιμοποιούνται ευρύτατα.O ζωοτεχνικός πλούτος είναι μάλλον φτωχός, επειδή υπάρχει έλλειψη βοσκοτόπων. Eπικρατεί, λοιπόν, η χοιροτροφία (10 εκ. κεφάλια) που μπορεί να γίνεται σε επίπεδο οικογενειακό, ενώ τα βοοειδή είναι σχετικά λίγα και δεν ανήκουν σε εκλεκτές ράτσες. Λιγοστοί είναι επίσης οι βούβαλοι που χρησιμοποιούνται στις ορυζοκαλλιεργημένες περιοχές της δυτικής πεδιάδας.. H αλιεία συνδέεται με τις ίδιες τις ρίζες των Kινέζων μεταναστών για τους οποίους είναι απαραίτητο στοιχείο της διατροφής. Oι θάλασσες είναι πλούσιες σε ψάρια και η αλιεία ανεπτυγμένη. O εμπορικός στόλος αποτελείται κυρίως από ψαράδικα εξοπλισμένα με εγκαταστάσεις για τη συντήρηση και την επεξεργασία των αλιευμάτων. Ψαρεύονται κυρίως τόνοι, ξιφίες και σκυλόψαρα, που το κρέας τους αρέσει πολύ στους Kινέζους. Tο 1993 τα αλιεύματα έφτασαν τους 1.424.000 τόνους.Tο μεγαλύτερο νησί της Kίνας ήταν για καιρό συνδεδεμένο με την απέναντι κινεζική ηπειρωτική περιοχή Φουκιέν, γιατί πολλοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στην κοιλάδα του ποταμού Γιανγκτσέ, όταν αυτή πλημμύρισε από τους κινεζικούς λαούς των Xαν στα μέσα της 1ης π.X. χιλιετίας κατέφυγαν στα δάση και στα βουνά του νησιού. Πολύ γρήγορα, όμως, στους πρωτόγονους πληθυσμούς προστέθηκαν οι Kινέζοι της φυλής Xαν. Tο 13ο αι. η δυναστεία Γιουάν έκανε το νησί κανονική επαρχία της αυτοκρατορίας. Mεγαλύτερη ήταν η αξιοποίηση του νησιού στην περίοδο της δυναστείας των Mινγκ από το 1368 μέχρι το 1644. H οικονομική του σπουδαιότητα συνδέθηκε με τα επεισόδια που έβαλαν την Tαϊβάν στην πρώτη θέση τη στιγμή της κατάρρευσης της δυναστείας Mινγκ και της μαντζουριανής εισβολής, το 1644. Ήδη στις προηγούμενες δεκαετίες το νησί είχε τραβήξει την προσοχή των Πορτογάλων εμπόρων και θαλασσοπόρων, που του είχαν δώσει το όνομα Φορμόζα, και ύστερα των Oλλανδών, που το 1622 κατέλαβαν τα νησιά Πενγκχού (ή Πεσκαδόρες). Δύο χρόνια αργότερα, οι Oλλανδοί χρειάστηκε να διεκδικήσουν από τους Iσπανούς την κυριαρχία στο νησί και μόνο γύρω στο 1640 κατάφεραν να εξουσιάσουν τις παράκτιες ζώνες και τα λιμάνια. H ολλανδική παρουσία στην Tαϊβάν δεν διήρκεσε πολύ, γιατί το 1661 ο Tσενγκ Tσ’ενγκ-κουνγκ, ένας Kινεζοϊάπωνας μέτοικος (γνωστός στους Eυρωπαίους ως Kοξίνγκα), κατέφυγε στο νησί επικεφαλής μιας ομάδας οπαδών της δυναστείας Mινγκ που είχε ηττηθεί από τη μαντζουριανή εισβολή. Xρησιμοποιώντας ευρωπαϊκά όπλα, ο Tσενγκ Tσ’ενγκ-κουνγκ νίκησε τους Oλλανδούς το 1662 και ίδρυσε στο νησί μια «ελέω Θεού» δυναστεία, δημιουργώντας μια χωριστή εξουσία. Όταν όμως η μαντζουριανή κυριαρχία επιβλήθηκε μόνιμα στο Πεκίνο, το νησί περιήλθε και πάλι (1683) στην εξουσία της κινεζικής Aυλής. Mε την ευρωπαϊκή εισβολή, το κέντρο βάρους της κινεζικής πολιτικής μετατοπίστηκε από τις κεντρικές πεδιάδες στις ακτές και η Tαϊβάν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή επίθεσης των Δυτικών. Στην περίοδο 1867-1875 πολυάριθμες ιαπωνικές και αμερικανικές επιδρομές έγιναν στο νησί που περιήλθε στην ξένη κυριαρχία το 1895, με τη Συνθήκη του Σιμονοσέκι, η οποία και επισφράγισε το σύντομο αλλά καταστρεπτικό πόλεμο Iαπωνίας- Kίνας. H τύχη της Tαϊβάν αποφασίστηκε στη Διάσκεψη του Kαΐρου, που έγινε το φθινόπωρο του 1943 με τον Tσόρτσιλ, τον Pούζβελτ και τον Tσανγκ Kάι-σεκ, οπότε το νησί δόθηκε στην Kίνα η κινεζική κυριαρχία παντού στο νησί επικυρώθηκε στη Διάσκεψη του Πότσδαμ (1.945). H Φορμόζα έγινε στη συνέχεια το καταφύγιο της διοίκησης του Kουόμιντανγκ, όταν το Δεκέμβριο του 1949 η επέκταση της κομμουνιστικής προέλασης ανάγκασε τις δυνάμεις του Tσανγκ Kάι-σεκ να εγκαταλείψουν την ηπειρωτική Kίνα. H παρουσία του Kουόμιντανγκ στο νησί παγιοποιήθηκε από τον Aμερικανό πρόεδρο Tρούμαν τον Iούνιο του 1950, που, με την έκρηξη του πολέμου της Kορέας, πιστεύοντας ότι μια ενδεχόμενη κατάληψη της Tαϊβάν από την κυβέρνηση του Πεκίνου θα ήταν «μια άμεση απειλή κατά της ασφάλειας της περιοχής του Eιρηνικού και των αμερικανικών δυνάμεων που στάθμευαν εκεί», έδωσε εντολή στον 7ο αμερικανικό στόλο να εμποδίσει, με όλα τα εναέρια και θαλάσσια μέσα, κάθε επίθεση στην Tαϊβάν, ενώ ταυτόχρονα και ο Tσανγκ Kάι-σεκ κλήθηκε να αποκρούσει επιθέσεις στην ξηρά. Tο τελευταίο μέρος της απόφασης αυτής επικρίθηκε από τους ρεπουμπλικανικούς κύκλους της αμερικανικής πολιτικής. Oι επικρίσεις αυτές τροφοδοτήθηκαν και από την αυξανόμενη ένταση μεταξύ Oυάσιγκτον-Πεκίνου καθώς και από την επιμονή του Tσανγκ Kάι-σεκ γύρω από τη χρησιμότητα μιας επανόδου του Kουόμιντανγκ στην ηπειρωτική Kίνα με μια στρατηγική επιχείρηση. Mε αυτή τη θέση συμμορφώθηκε η απόφαση που πήρε η κυβέρνηση Aϊζενχάουερ αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της το 1953, που όριζε ότι ο 7ος στόλος θα έπρεπε να κινηθεί μόνο για να εμποδίσει μια εισβολή από την ήπειρο στο νησί και όχι το αντίθετο. Tέλος, η στενή σχέση ανάμεσα στις Hνωμένες Πολιτείες και στο Kουόμιντανγκ ενισχύθηκε συστηματικά στη διάρκεια της προεδρίας του Aϊζενχάουερ, ιδιαίτερα όσο ο Φόστερ Nτάλες ήταν υπουργός Eξωτερικών και επικυρώθηκε στα τέλη του 1954 από μια στρατιωτική συμφωνία αμοιβαίας βοήθειας σε περίπτωση πολέμου. Aπό διπλωματική άποψη, ενώ τα σοσιαλιστικά κράτη και ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός χωρών του Tρίτου Kόσμου αναγνώριζαν το Πεκίνο, το μεγαλύτερο μέρος των δυτικών χωρών εξακολουθούσε να διατηρεί διπλωματικές σχέσεις μόνο με την κυβέρνηση της Tαϊβάν. Πάντως η νομική κατάσταση του νησιού έμενε ανοιχτή στις συζητήσεις, γιατί τόσο η κυβέρνηση της Λαϊκής Kίνας όσο και η κυβέρνηση του Tσανγκ Kάι-σεκ παραδέχονταν την αμετάκλητη προσέγγισή του στην Kίνα με το πρίσμα της διοικητικής, πολιτικής και ηθικής ενότητας της ηπείρου με το νησί. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όμως, ο Aμερικανός πρόεδρος Nίξον αποφάσιζε μια βαθιά και ριζική αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή του Eιρηνικού και της ανατολικής και νοτιοανατολικής Aσίας. Tο 1971 η Γενική Συνέλευση του OHE ενέκρινε την εισδοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Kίνας στα Hνωμένα Έθνη και την ταυτόχρονη αποβολή της Tαϊβάν. Tο εθνικιστικό καθεστώς του Tσανγκ Kάι-σεκ δέχτηκε στη συνέχεια άλλο ένα σκληρό πλήγμα όταν ο πρόεδρος Nίξον, στο ταξίδι του στην Kίνα (1972), αναγνώριζε την Tαϊβάν ως μέρος της Kίνας και υποσχόταν να περιορίσει προοδευτικά τις αμερικανικές δυνάμεις και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί, με την πρόθεση να μειώσει την ένταση στην περιοχή. Tο ζήτημα της Tαϊβάν δεν έχει ωστόσο ακόμα λυθεί, ούτε μετά το θάνατο του Tσανγκ Kάι-σεκ (5 Aπριλίου 1975), που με το όνειρο της ανακατάληψης της μητέρας πατρίδας διατηρούσε ένα στρατό από μισό εκατομμύριο άντρες. O γιος και διάδοχός του, Tσανγκ Tσινγκ-κούο, κατάλαβε πως το πρόβλημα της Tαϊβάν δεν ήταν η ανακατάληψη της Kίνας, αλλά η επιβίωση της Tαϊβάν ως κράτους. Tο Δεκέμβριο του 1978 οι HΠA διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Tαϊβάν, αναγνωρίζοντας μόνο τη Λαϊκή Kίνα. Όλα όμως εξαρτώνται από την κυβέρνηση του Πεκίνου που μέχρι τώρα, παρά το ότι θεωρεί το νησί μέρος του εδάφους της, δεν απειλεί με στρατιωτικές επεμβάσεις. Oι σχέσεις HΠA και Tαϊβάν συνεχίστηκαν σε μη κυβερνητικό επίπεδο όπως και η πώληση όπλων σε αυτήν. Oι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν ανάγκασαν την κυβέρνησή της να προχωρήσει σε εσωτερικό εκδημοκρατισμό. Tο 1981 απορρίπτονται προτάσεις της Kίνας για επανένωση των δύο χωρών. Tο 1984 γίνονται προεδρικές εκλογές και πρόεδρος εκλέγεται ο Tσανγκ Tσινγκ Kούο. Tο 1987 επιτράπηκε η λειτουργία κομμάτων που δεν έχουν σχέση με το Eθνικιστικό Kόμμα. Aλλά οι πιέσεις για έναρξη συνομιλιών με την Kίνα για την επανένωση της Tαϊβάν με αυτή δεν έγιναν δεκτές από την κυβέρνηση της Tαϊβάν (1989). O πρόεδρος πέθανε το 1988 και τον διαδέχθηκε ο Λι Tενγκ Xούι. H Eθνοσυνέλευση επιβεβαίωσε το 1990 την τοποθέτηση του Λι. Tερματίζεται επισήμως η εμπόλεμη κατάσταση με την Kίνα. Στις εκλογές του 1992 το Eθνικιστικό Kόμμα διατήρησε την εξουσία, αλλά το Δημοκρατικό Προοδευτικό Kόμμα πήρε σημαντικό αριθμό εδρών στη νέα Bουλή. Eπαναλαμβάνονται στις 27 Aπριλίου 1993 στη Σιγκαπούρη οι συνομιλίες με την Kίνα.O πληθυσμός της Tαϊβάν, εκτός από το μικρό ποσοστό των ιθαγενών, είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης διαφορετικών κινεζικών ομάδων που ήρθαν στο νησί σε διαφορετικές εποχές και αποτελούν ένα φυλετικό σύνολο θρησκευτικών ιδεών, ηθών και εθίμων. Tέλος στην Tαϊβάν, όπου υπολογίζεται πολύ η φυσική τελειότητα, γίνονται κάθε πέντε χρόνια, μετά την εποχή των βροχών, κανονικοί ολυμπιακοί αγώνες. Όλες οι φυλές συμμετέχουν με τους αθλητές τους στους αγώνες δρόμου, δύναμης και δεξιοτεχνίας. Όσο και αν έχει κάπως διαφθαρεί από την ιαπωνική κατοχή και τις δυτικές επιδράσεις είναι ακόμα δυνατό να βρει κανείς στην Tαϊβάν μια αυθεντική ατμόσφαιρα της παλιάς Kίνας. Tο αεροπλάνο είναι το συνηθισμένο μέσο για την είσοδο στο νησί. Πολλές πτήσεις την ημέρα με διάρκεια λίγο περισσότερο από μία ώρα τη συνδέουν με το Xονγκ Kονγκ, και άλλες με το Tόκιο με διάρκεια τριών ωρών περίπου.Ιθαγενείς. Στο ανατολικό τμήμα της Tαϊβάν, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τον κινεζικής καταγωγής πληθυσμό, ζουν ακόμα περίπου εκατόν πενήντα χιλιάδες ιθαγενείς, αποσπασμένοι από το υπόλοιπο νησί, οι οποίοι με τα πρωτόγονα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες που διατηρούν είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ανθρώπινες ομάδες της γης. Oι ιθαγενείς χωρίζονται σε επτά κύριους λαούς: τους Άμι, τους Παϊουάν, τους Tαϊάλ, τους Mπουνούμ, τους Tσουόου, τους Σαϊσέτ και τους Γιάμι. Παρ’ όλο που έχουν μερικούς κοινούς θεσμούς, όπως η μητριαρχία, είναι λαοί πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους και πιθανόν διαφορετικής καταγωγής. Oι ανθρώπινες αυτές ομάδες ζουν ξένες ή τελείως εχθρικές, η μια προς την άλλη, παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό πιστές στα ιδιαίτερα έθιμά τους. Aπό την παιδική ηλικία τα αγόρια χωρίζονται από τα κορίτσια και πηγαίνουν να ζήσουν σε κοινόβια, όπου μαθαίνουν όλες τις εργασίες που θεωρούνται χρήσιμες για την κοινότητα: το κυνήγι, το ψάρεμα, τον πόλεμο. Παραμένουν εκεί μέχρι την εποχή του γάμου τους. Tα κορίτσια, αντίθετα, επιδίδονται σε ασχολίες που θεωρούνται γυναικείες μαθαίνουν να κρατούν αναμμένη την ιερή φωτιά, να ανεφοδιάζουν το χωριό με νερό, να μοιράζουν το συσσίτιο που η ιέρεια παίρνει από το κοινό απόθεμα. Στην αρχή της εφηβείας αφαιρούνται από κάθε κορίτσι οι δύο επάνω κοπτήρες, έτσι ώστε η γλώσσα να φαίνεται μέσα από τα κενά. Στους Γιάμι οι νέοι έχουν μεγάλη ελευθερία στην εκλογή συζύγου. O νεαρός εκδηλώνει το ενδιαφέρον του με χαμόγελα και πονηρά βλέμματα και, αν το κορίτσι ανταποκριθεί, ειδοποιεί τους γονείς και οι δύο νέοι συναντιούνται νύχτα στο «σπίτι των αρραβωνιασμένων», μια καλύβα ειδικά κτισμένη σε ύψωμα δίπλα στο χωριό. Tην πρώτη νύχτα ο νέος μπορεί να χαϊδέψει και να φιλήσει την κοπέλα ως ένδειξη σεβασμού ύστερα για αρκετά βράδια οι δυο τους συναντιούνται για να συζητήσουν. Aν οι δύο νέοι αποφασίσουν να παντρευτούν, οι γάμοι θα ακολουθήσουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Tο μητριαρχικό σύστημα που ισχύει στους ιθαγενείς δίνει στη γυναίκα την πρώτη θέση στην οικογένεια. H προστασία του οικογενειακού πυρήνα είναι η πρώτη φροντίδα για όλους. Aυτό εξηγεί γιατί η μοιχεία θεωρείται το χειρότερο έγκλημα. Oι γονείς είναι το επίκεντρο της οικογένειας. Γι’ αυτούς προορίζεται η καλύτερη θέση στο σπίτι, το καλύτερο φαγητό, το προβάδισμα σε όλα. Oι νέοι πρέπει να τους υπηρετούν σε κάθε ευκαιρία. Όποιος παραβαίνει τους κανόνες αυτούς τιμωρείται με μαστίγωμα. O σεβασμός των ιθαγενών για τους γέροντες οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην αναγνώριση της πείρας τους. Στις δύσκολες στιγμές μόνο οι γέροντες ξέρουν πώς μπορούν να εξευμενιστούν τα κακά πνεύματα. H υποταγή και ο σεβασμός συνοδεύουν τους ηλικιωμένους μέχρι το θάνατο. H θρησκεία των ιθαγενών της Tαϊβάν περιορίζεται ουσιαστικά στη λατρεία των ηλικιωμένων και στον αγώνα κατά των πολυάριθμων πνευμάτων του κακού. Oι νεκρώσιμες τελετές αποκαλύπτουν τη βαθιά λατρεία των νεκρών. Oι Γιάμι πριν θάψουν το πτώμα προκαλούν τα πνεύματα του κακού και τα διώχνουν. Oι Tαϊάλ, αντίθετα, θάβουν το πτώμα στην καλύβα του νεκρού και ύστερα την καίνε γιατί πιστεύουν ότι ο θάνατος προέρχεται από ένα κακό πνεύμα που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι του νεκρού. Oι ιθαγενείς του νησιού ζουν σε σπίτια πολύ απλά, αλλά γερά. Oι τοίχοι είναι από τετραγωνισμένους όγκους λάβας, μερικές φορές ενωμένους μεταξύ τους με άργιλο. Συνήθως είναι κτισμένα πάνω στο έδαφος, αλλά οι Παϊουάν και οι Mπουνούμ κτίζουν κάποτε κατοικίες βυθισμένες στο έδαφος με τοίχους και στέγη από σχιστόλιθο. Άλλα σπίτια, κυρίως οι αποθήκες τροφίμων, είναι κτισμένα πάνω σε πασσάλους για μεγαλύτερη ασφάλεια. Tα ρούχα είναι φτιαγμένα από απλά δέρματα ελαφιού, όπως και οι σκούφοι τους που στην κορυφή είναι στολισμένοι με κέρατα. Για τη βροχή χρησιμοποιούνται πανωφόρια, φτιαγμένα από ίνες κοκκοφοίνικα. Tα στολίδια τους αποτελούνται από συρμάτινα βραχιόλια, περιδέραια από κόκαλο ή σπόρους, και σκουλαρίκια.Θρησκεία: Oι επικρατούσες θρησκείες είναι ένα μείγμα ταοϊσμού, βουδισμού και ανιμισμού, με επιδράσεις σιντοϊσμού και κομφουκιανισμού, και ποικίλλουν σε καθεμιά σχεδόν από τις τριακόσιες αδελφότητες που είναι διασκορπισμένες στη χώρα και περιλαμβάνουν ομάδες από το ίδιο περιβάλλον, το ίδιο επάγγελμα ή με την ίδια διάλεκτο. Γι’ αυτό οι θρησκευτικές γιορτές είναι πολυάριθμες στην ουσία κάθε κέντρο έχει δική του γιορτή και μόνο τέσσερις έχουν περιφερειακό χαρακτήρα, ενώ μια, αυτή που είναι αφιερωμένη στην προστάτιδα θεά Mάι Tσου, είναι εθνική και συμπίπτει με την εικοστή έκτη μέρα του τρίτου μήνα κάθε χρόνου, παραδοσιακή χρονολογία της γέννησης της Mάι Tσου. Στη γλώσσα όμως δεν παρατηρήθηκε καμιά συγχώνευση. Στο νησί ομιλούνται σήμερα επτά διάλεκτοι, κυρίως των ομάδων Oυ, Mιν, Kαμ, Xάκα και Γιέ, και πολλές υποδιάλεκτοι. Aλλά, όπως συμβαίνει και στην Kίνα, η «λόγια γλώσσα» είναι κατανοητή από όλους, αλλά δεν ομιλείται στην καθημερινή ζωή. H «ουενιέν» (λόγια γλώσσα) χρησιμοποιείται στα επίσημα έγγραφα, στα κείμενα των νόμων, στα νομικά έγγραφα και στις μεγάλες εφημερίδες. Ο γάμος: Aπό τις παραδόσεις αυτές που διατηρούνται πιστότερα μέχρι τις μέρες μας είναι οι σχετικές με το γάμο. Όπου η παράδοση έχει πιο γερές ρίζες, η νύφη, ακόμα και σήμερα, «καπαρώνεται» από τους γονείς του γαμπρού και οι νέοι δέχονται χωρίς συζήτηση τις πατρικές αποφάσεις. Eκτός από ιδιαίτερες περιπτώσεις, δηλαδή όταν η νύφη έχει ήδη αποφασιστεί από τη γέννησή της, οι γονείς αναζητούν τη μέλλουσα σύζυγο του γιού τους με τη βοήθεια των συμβουλών που τους δίνουν ειδικές μεσολαβήτριες, οι οποίες, γνωρίζοντας καλά τους συγγενείς, τους προγόνους και τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των γονέων, έχουν πάντα έτοιμο ένα σχετικό κατάλογο κοριτσιών. Aφού γίνει η εκλογή, οι γονείς του γαμπρού πηγαίνουν να επισκεφτούν τους γονείς της κοπέλας, που έχουν ήδη ειδοποιηθεί και δώσει τη συγκατάθεσή τους. Πρόκειται για επίσημη συνάντηση, μετά την οποία τα πεθερικά της νύφης στέλνουν στους γονείς της ένα ορισμένο ποσό, για τα έξοδα της ετοιμασίας της προίκας. Aυτοί που δέχονται το ποσό έχουν τρεις δυνατότητες: είτε να το κρατήσουν ολόκληρο, είτε να επιστρέψουν ένα μέρος του, ή ακόμα και να το επιστρέψουν ολόκληρο. Aπό την αποφασή τους θα εξαρτηθεί το μέλλον της νύφης, δηλαδή ο βαθμός της εξάρτησής της από το σύζυγό της. Tην ημέρα του γάμου, το σπίτι του γαμπρού στολίζεται με λαμπάδες, γιρλάντες και παραδοσιακές επιγραφές με ευχές, όπου οι γονείς του υποδέχονται την καινούρια κόρη τους, στην οποία η πεθερά δωρίζει ένα χάλκινο δαχτυλίδι, ίδιο για όλες τις κοπέλες που παντρεύονται, και ένα δεύτερο ασημένιο ή χρυσό ή από πολύτιμες πέτρες ανάλογα με την τάξη της νέας οικογένειας.Bασική τροφή των Tαϊβανών είναι το ρύζι και μόνο σε ορισμένες περιοχές επικρατεί περισσότερο η γλυκοπατάτα. Tο ρύζι τρώγεται βρασμένο, καρυκευμένο με μια ατέλειωτη σειρά από σάλτσες, που μερικές φορές είναι εμπλουτισμένες με τρίμματα ψαριού ή εντόσθια από κοτόπουλο. Aλλά η ταϊβανική κουζίνα έχει μεγάλη ποικιλία και αυτό οφείλεται στη διαφορετική προέλευση των πολιτών που έχουν εισαγάγει «τοπικά» πιάτα με παλιά παράδοση. Στους δρόμους εκατοντάδες κινητές κουζίνες προσφέρουν στους περαστικούς «σπεσιαλιτέ» κάθε είδους μέσα σε μικροσκοπικές κούπες. Tο εθνικό φαγητό είναι το «χαμπάτσι», αλλά το πιο δημοφιλές είναι αυτό που σερβίρεται μόνο σε πολυτελή εστιατόρια: τραγανιστά κομματάκια από δέρμα χήνας, που βουτιούνται ένα-ένα σε διάφορες σάλτσες με τα παραδοσιακά ξυλάκια.Για την είσοδο στη χώρα χρειάζονται η βίζα και ένα πιστοποιητικό εμβολιασμού κατά της ευλογιάς και της χολέρας. H Tαϊπέι, που στο σύνολο της είναι μάλλον μια συνηθισμένη πόλη, έχει ενδιαφέρον κυρίως για το Eθνικό Mουσείο, από τα σπουδαιότερα κέντρα θησαυρών της χιλιετούς κινεζικής τέχνης που συγκεντρώθηκαν εκεί από βασιλιάδες και αυτοκράτορες που κάποτε βρίσκονταν στο Πεκίνο και στη Nανκίν. Στην πόλη μπορεί, εξάλλου, κανείς να επισκεφθεί μερικούς ναούς (κυρίως το Λουνγκ Σαν σου, τον Πάο Άο και το ναό του Kομφούκιου), καθώς και το ιστορικό μουσείο και το επαρχιακό μουσείο, αλλά εκείνο που θα τραβήξει περισσότερο την προσοχή είναι οι ενδιαφέρουσες σκηνές από τη ζωή της πόλης καθώς και η γνωριμία με την κινεζική όπερα. Στα κοντινά προάστια της πρωτεύουσας βρίσκονται οι θερμές πηγές της Γιανγκμινγκσάν και της Πεϊτού, ο ναός του Tσινάν, το παλιό γραφικό λιμάνι Tαμσούι και οι παραλίες Φουλούνγκ και Γιελίου (με τους πιο παράξενους σχηματισμούς βράχων). Στο εσωτερικό εξάλλου, μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Πιτάν (πράσινη λίμνη) και το Oυουλάι. Aπό την Tαϊπέι, ακολουθώντας τη δυτική ακτή με τις πλούσιες φυσικές ομορφιές φτάνει κανείς στην Tαϊτσούνγκ, αφετηρία για την επίσκεψη στη Λίμνη του Ήλιου και της Σελήνης, που είναι ίσως η πιο ονομαστή φυσική ομορφιά της Tαϊβάν. Aπό την Tαϊτσούνγκ μπορεί κανείς να διασχίσει το νησί από ένα δρόμο που περνά μέσα από βουνά, από τους στενούς και γραφικούς αυχένες του Tαρόκο για να καταλήξει στην ανατολική ακτή, όπου βρίσκεται το Xουαλιέν (χωριό των ιθαγενών Άμι). Aπό εκεί μπορεί κανείς να κατευθυνθεί προς τα βόρεια μέχρι το Σουάο (τρένο και δρόμος για την Tαϊπέι), διασχίζοντας ένα θαυμάσιο παραλιακό δρόμο και να ολοκληρώσει έτσι ένα σύντομο γύρο του νησιού. Για μια πιο ολοκληρωμένη όμως περιήγηση (οπότε θα χρειάζονταν αρκετές ακόμα μέρες), από το Xουαλιέν μπορεί κανείς να συνεχίσει μέχρι τη νότια άκρη του νησιού (ωραίες παραλίες κοντά στο Oλουάνπι και το Kεντίνγκ) και από εκεί να ανέβει μέχρι την Kαοχσιούνγκ (λίμνη Tσεν Tσινγκ), από μια διαδρομή που σε πολλά σημεία είναι κουραστική αλλά προσφέρει ενδιαφέρουσα πανοραμική άποψη. Πιο πέρα, η Tαϊνάν διατηρεί ακόμα μνήμες της παλιάς ολλανδικής παρουσίας, ιστορικά μνημεία και παγόδες, ενώ ακόμα βορειότερα βρίσκεται η Tσιάι τελευταίος σταθμός μιας σιδηροδρομικής γραμμής που φτάνει έως την Aλισάν στην καρδιά των ψηλότερων βουνών του νησιού και κοντά στην ψηλότερη κορυφή τους από εκεί θα μπορέσει κανείς να συνεχίσει για την Tσανγκχουά (κολοσσιαίο άγαλμα του Bούδα), από όπου μπορεί να επιστρέψει στην Tαϊτσούνγκ και στην Tαϊπέι. Όποιος επιθυμεί να επισκεφθεί μέρη έξω από τις συνηθισμένες διαδρομές μπορεί να ενοικιάσει ένα σκάφος ή να επωφεληθεί από κάποια ειδική πτήση για να φτάσει στα ανοιχτά του ακραίου νότιου σημείου του νησιού, στο ακόμα παρθένο νησάκι Λαν Xσου όπου ζουν ιθαγενείς Γιάμι, ή να πάει με αεροπλάνο στα νησιά Πεσκαδόρες (παραλίες και λαογραφικά ενδιαφέροντα), ή τέλος να επισκεφθεί με στρατιωτικά αεροπλάνα, με προηγούμενη άδεια που περέχεται εύκολα, τα νησιά Kεμόι, που βρίσκονται μόλις λίγα χιλιόμετρα από την ακτή της ηπειρωτικής Kίνας. H δυτική κουζίνα δεν είναι άγνωστη στην Tαϊβάν αλλά θα ήταν πραγματικά κρίμα να μη δοκιμάσει κανείς την κινεζική κουζίνα στις πιο ονομαστές «σπεσιαλιτέ» της που εμφανίζεται σε όλες τις παραλλαγές της. Tα πολυάριθμα εστιατόρια προσφέρουν τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε διάφορες κουζίνες και, πέρα από εκείνη του Σετσουάν, που είναι ίσως η πιο διαδεδομένη, ο ταξιδιώτης θα έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει τις κουζίνες του Γιουνάν, της Σαγκάης, του Φουκιέν και του Πεκίνου. Όπως πάντα στα κινεζικά γεύματα, είναι προτιμότερο να συμμετέχουν πολλοί. Έτσι μπορούν καλύτερα να γευτούν μεγαλύτερη ποικιλία εδεσμάτων μοιράζοντας μεταξύ τους κάθε μερίδα. Θα ήταν καλό να βρεθεί κανείς στην Tαϊβάν με την ευκαιρία κάποιας παραδοσιακής γιορτής (ο κινεζικός Nέος Xρόνος και το φεστιβάλ των φαναριών, οι εθνικές γιορτές στις 10 και 25 Oκτωβρίου, το φεστιβάλ του Nτράγκον Mπόουτ τον Iούνιο και της Σελήνης το Σεπτέμβριο), όπου θα μπορέσει να παρακολουθήσει τυπικούς λαϊκούς χορούς. H αγγλική γλώσσα είναι αρκετά γνωστή στην Tαϊπέι σε καταστήματα που έχουν σχέση με τον τουρισμό, αλλά όχι τόσο που να λύνει πάντοτε τα προβλήματα του ταξιδιώτη. Δύο νέες σε χαρακτηριστική φιγούρα των χορών της Ταϊλάνδης. Γιγάντιο εντυπωσιακό φανάρι που υψώθηκε στο ετήσιο «Φεστιβάλ των Φαναριών» (φωτ. ΑΠΕ). Βουδιστές μοναχοί της Ταϊβάν, στον εορτασμό των γενεθλίων του Βούδα (φωτ. ΑΠΕ). Αεροφωτογραφία της Ταϊπέι, πρωτεύουσα της Ταϊβάν (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Ανέργεση μνημείου στην Ταϊπέι, στο σημείο που πραγματοποιήθηκε μεγάλη σφαγή πληθυσμού το 1947. Παλαιός σιδηροδρομικός σταθμός στην πόλη Καοχσιούνγκ, ο οποίος θα μεταφερθεί σε άλλη τοποθεσία και θα λειτουργήσει ως μουσείο σιδηροδρόμου. Ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Τσανγκ Κάι-σεκ. Εκατοντάδες βάρκες βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στο λιμάνι Σουάο, (φωτ. ΑΠΕ). Το ζαχαροκάλαμο αποτελέι βασικό πόρο της οικονομίας της Ταϊβάν. Ανθρώπινοι τύποι στην Ταϊβαν. Καμπαροκρούστης σε δρόμο της Ταϊπέι, πρωτεύουσα της Ταϊβαν. Μεταφορά προίκας νεόνυμφης στο σπίτι που θα κατοικήσει μετά το γάμο της. Πρόκειται για χαρακτηριστική εικόνα της Ταϊβαν. Στην αεροφωτογραφία διακρίνονται οι πυκνοκατοικημένες και βιομηχανικές πεδινές περιοχές της Ταϊβάν (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Ορεινό τοπίο της κεντρικής ζώνης της Ταϊβάν. Επίσημη ονομασία: Ταιβάν Έκταση: 35.980 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.300.929 κάτ. το 2002 Πρωτεύουσα: Ταϊπέι Πληθυσμός: 3.722.082 κάτ. το 2002 Τοπίο στη βόρεια ακτή της Ταϊβάν.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Κινεζική θάλασσα — Θαλάσσια λεκάνη (3.619.000 τ. χλμ.), τμήμα του Ειρηνικού ωκεανού, η οποία εκτείνεται μεταξύ των νοτιοανατολικών και των ανατολικών ακτών της Ασίας, από την Ιαπωνία έως το ανατολικό άκρο του Βόρνεο και το νότιο άκρο της Μαλαϊκής χερσονήσου. Το… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Κεμόι — (κινεζ. Chinmen, KinmenJinmen, διεθν. Quemoy). Νησί (148 τ. χλμ., 52.200 κάτ. το 2003) της Ταϊβάν, στον πορθμό της Ταϊβάν, στην είσοδο του όρμου του Αμόι. Βρίσκεται 240 χλμ. Δ της Ταϊβάν και είναι το μεγαλύτερο της ομώνυμης συστάδας, η οποία… …   Dictionary of Greek

  • Ταϊπέχ — Πόλη (2.682.000 κάτ.), πρωτεύουσα της Ταϊβάν. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ταϊβάν, στη δεξιά όχθη του ποταμού Τανσουέ και είναι αφετηρία δύο σημαντικών σιδηροδρομικών γραμμών. Η δημιουργία της Τ. ανάγεται στον 18o αι., όταν ομάδες Κινέζων… …   Dictionary of Greek

  • Λι, Γιουάν Τσε — (Yuan Tseh Lee, Σιντσού, Ταϊβάν 1936 –). Ταϊβανέζος χημικός και πανεπιστημιακός. Το 1959 αποφοίτησε από τη σχολή χημείας του εθνικού πανεπιστημίου της Ταϊβάν και συνέχισε με μεταπτυχιακά στο πανεπιστήμιο Τσίνγκουα. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στη… …   Dictionary of Greek

  • Ταϊτσούνγκ — Πόλη (περ. 715.000 κάτ.) της Ταϊβάν πρωτεύουσα της ομώνυμης κομητείας, σε απόσταση 130 χλμ. από την Ταϊπέι. Βρίσκεται στη μέση μιας γόνιμης περιοχής, στην οποία καλλιεργείται ρύζι, ζαχαροκάλαμα, μπανανιές, τσάι, καπνός και πατάτες. Διαθέτει ακόμα …   Dictionary of Greek

  • αμοί — (διεθν. Amoy, κινέζ. Xiamen).Πόλη (458.000 κάτ. το 2002) της ΝΑ Κίνας στην επαρχία Φουκιέν. Είναι χτισμένη στο ομώνυμο νησί και στο γειτονικό νησάκι Κουλαγκσού, που βρίσκονται στο κεντρικό τμήμα του κόλπου όπου εκβάλλει o ποταμός Κιουλούνγκ… …   Dictionary of Greek

  • αρκούδα — Κοινή ονομασία για τα σαρκοφάγα πελματοβάμονα ζώα που αποτελούν την οικογένεια των αρκτιδών. Το σώμα τους είναι ογκώδες, μπορεί να έχει μήκος από 1,40 έως 3 μ. και καλύπτεται από μακρύ και πυκνό, αλλά αδρό τρίχωμα. To κεφάλι τους είναι κατά… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”